Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

1ο δρώμενο χαϊκού




Νωθρός στο σύρμα
-πανόπτης του απείρου-
διανέμει το φως

Ψηλά στο σύρμα,
μονάχο κατοπτεύει
της γης τον παλμό

Αμυδρό στίγμα,
ηλεκτροφόρα στέλνει
φορτία στη γη

Στιγμές έπαρσης
κρεμασμένες στο σύρμα,
φορούν ουρανό

Θαμπός ουρανός,
ηλεκτρισμένο στέλνει
στη γη το άγγελμα

Κρουστές φτερούγες
αμφιταλαντεύονται
πριν το ταξίδι

Βραχύς ο χρόνος,
σαν πλάνος ταξιδευτής
τα νέφη τέμνει

Στάσου για λίγο!
οι άνεμοι θερίζουν
άγουρα φτερά

Κλειστές φτερούγες
σ' απόρθητα φρούρια
ασφαλίζονται

Βιαστικά φύγε,
σπιρούνι του ανέμου
φορτία κυλούν

Κόντρα στο γκρίζο
φορτία φυλακίζει,
φτερωτός θεός

Ποτάμι μαύρο,
ανέβα στη σέλα του
κι ασήμωσέ το

Φιδιού συριγμός
γητεύει την κοιλάδα,
ξυπνά το νερό

Ψάχνεις το ξόρκι
στη κούπα της κοιλάδας,
τσιγγάνα ροή

Κρυφοί στεναγμοί
Στις χλωρασιές της όχθης,
Κρατάς μυστικό;

Τρέμουλο νερού
πιρόγες ξεσηκώνει:
Αρχαίος χορός

Φιδίσιος ίσκιος,
στο στέρνο της κοιλάδας
καιροφυλακτεί

Τρίξιμο πέτρας...
νεροσυρμές βουνίσιες
γλυπτά σμιλεύουν

Νερά στο ψύχος,
σαν γίγαντες έγκλειστοι
άκαμπτα στέκουν

Στο μέγα ύψος,
γυμνή νεροσταγόνα
ενδύεται φως

Δες πως ουρλιάζει,
η ψυχή του καταρράκτη
κερματισμένη

Αλλάζεις δέρμα,
μα ποτέ δεν θέλησες
άλλο μαίανδρο

Σε νερού συρμό,
ξεχνάει το βατράχι
τον κοασμό του

Με χέρια υγρά,
η θάλασσα μπατσίζει
γέροντα βράχο

Τα δύο πρώτα έλαβαν μέρος στο 1ο δρώμενο χαϊκού 
που επιτυχώς διοργάνωσε η φίλη Μαρία Νικολάου
(τα υπόλοιπα συμμετέχουν στον σχηματισμό 24αδας
καθώς έτσι συνηθίζω να τα αναρτώ)

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

συμπερασματικά...

Αποτέλεσμα εικόνας για κόκκινη ομπρέλα

Κόκκινη ομπρέλα μεγάλη κι ούτε ένα ίχνος βροχής
Αχνά σύννεφα στην παλέτα
Του απογευματινού ουρανού
Κόκκινη ομπρέλα διάτρητη από τα σπαθιά των αχτίδων
Γάντια δαντελωτά στο χρώμα της ώχρας
Σώμα νεανικό Βήμα ανάλαφρο
Παραθαλάσσιο δρομάκι Αυγουστιάτικο δείλι
Με σκονισμένα τα σκίνα κι άχρωμα τα χείλη των εφήβων
Μετά τις καταδύσεις στα κρουστά νερά
Κόκκινη ομπρέλα με διακοσμητικό χερούλι Κριός η αίγαγρος
Δεν έχει σημασία
Ο άνεμος σαν χαιρέκακος τυμβωρύχος την έριξε στα βράχια
Εκεί που τα παιδιά είχαν σκαλίσει
Μια πλέρια γοργόνα τον προηγούμενο Σεπτέμβρη 
Κριός η αίγαγρος Σπασμένες μπανέλες Χωρίς ουρανό
Κείτονται στων αλατιών τις γούβες 
Ηττημένες από τα χέρια που τόσο αγάπησαν
Κριός η αίγαγρος Άγνωστο
Μόνο το κόκκινο -εμποτισμένο απ' την ανάσα της γης-
Καρτερεί την ώρα
Άγνωστο το πότε
Γνώριμο το μαζί!

 *
Στο βυθό φύονται αιωνόβια δέντρα Κεχριμπάρια έχουν για φύλλα
Και στους κορμούς τους οι πεταλίδες βρίσκουν καταφύγιο δροσερό
Αιωνόβια δέντρα που με τα κυρτά τους κλαδιά
Μυθικούς προκαλούν κυματισμούς
Κι άγνωστες ανεβάζουν νησίδες καταμεσής του πελάγου
Στην άμμο οι ρίζες τους Στις δίνες οι καρποί τους
Ταξίδια ονειρεύονται Στις αγορές του μέλλοντος να εκτεθούν
Αιωνόβια δέντρα που κάποιοι γέροι ναυτικοί συνομίλησαν μαζί τους
Και απ' τα μυστικά τους συνέλεξαν αρμύρα και φως
Αν δεις μπουκάλια να ξεβράζονται στη στεριά θα μάθεις τους θρύλους τους
Θα αφουγκραστείς το γλυκό πρελούδιο των φύλλων τους ερωτικά να σε καλεί
Την προϊούσα  αγάπη -απ' αρχής κόσμου- νοσταλγικά να σε γυρεύει
Κι ίσως -αν συνετός σταθείς και δεν τα προσπεράσεις- στην γυάλινη μήτρα τους
Αλλόφρονες θα συναντήσεις φυλές να σε εξετάζουν προσεκτικά
Φυλές με έγχρωμα χέρια και μάτια αδειανά
Καλλιεργητές της θαλάσσιας ξέρας
Άγρυπνοι φρουροί των υποθαλάσσιων κήπων 
Αν θαρρετός σταθείς και δεν τους παρακάμψεις 
Σ' εσένα θα εμπιστευτούν τους αρχαίους παπύρους 
Σ' εσένα θα παραδώσουν τη χρυσή πόρπη 
Μάρτυρα θα σε χρίσουν και σκληρό τιμωρό
Των ψυχών που αναίτια λιγοψυχησαν!

*
Έχεις προσέξει μετά τη βροχή τις νεροσταγόνες πως φυλακίζουν
Τα χρώματα του ουράνιου τόξου;
Πόσο σφιχτά τα αγκαλιάζουν;
Αν ένα πινέλο πάρεις και στη σάρκα τους το βουτήξεις 
Το πιο όμορφο πορτραίτο του κόσμου μπροστά σου θα φανερωθεί
Εκεί θα βρεις το λιλά το πράσινο το κίτρινο το θαλασσί
Να εμπεριέχονται στο γκρίζο της συννεφιάς
Εκεί θα νιώσεις το αμετάκλητο της ρευστότητας να σε διαπερνάει
Καμβάς το σώμα σου Ακουαρέλα το κορμί σου
Χείμαρροι τα χέρια σου Βαρκούλες τα πέλματά σου
Ταξίδια αν δεν σου τάξουν πολλά
Μην πικραθείς
Στη ψυχή σου βαθιά σκάψε
Να διανοίξεις δρόμους φιδωτούς
Που σε ολάνθιστες θα σε οδηγήσουν πεζούλες 
Πάντρεψε τα χρώματα των δρόμων 
Σμίξε με τ' αρώματα των κρίνων 
Κλάδεψε τις μνήμες στα γόνατα 
Απέριττος να εισέλθεις στο μαντείο
Πρόσεξε όμως
Ανατολικά να είναι η ρότα σου
Εκεί που οι σαΐτες βρίσκουν πάντα το στόχο τους 
Εκεί που η ταχύτητα εκμηδενίζει την παραδοξότητα  
Σεμνός ιεροφάντης να εισβάλεις στο πλήθος
Μπροστά στη νωπή υδατογραφία της αγάπης
Ταπεινά να εμβαπτιστείς στις λίμνες των χρωμάτων
Με ακολούθους πολλούς!

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

της καρδιάς μελωδός

Αποτέλεσμα εικόνας για της χαράς μελωδός

Στα γήινα να στέκεσαι
Έτσι σου είχα πει
Τέρμα οι περιδιαβάσεις στο ασαφές
Τέρμα το μικρό κουβούκλιο
Με τα σπασμένα οστά
Ο ήλιος είναι ο άρχοντας τ' ουρανού
Ο εμπρηστής των αστρολούλουδων
Μόνο λίγες σπίθες του να κλέβεις
Εκείνες που τρεμοπαίζουν
Με τις σκιές των λέξεων
Και σπάνια αστοχούν στις ρίμες
Τα σύννεφα είναι οι αυλακιές της θλίψης
Οι μανδύες του απόλυτου
Κι αυτό που επίμονα σου ζητώ
Στα βαμβακοχώραφα της φαντασίας
Σαν μπαίνεις    
Μικρά να κλώθεις νήματα
Στα κουβάρια των σιωπών να μιλάς
Υγρός μην σε βρει άνεμος
Κι εισέλθει η σκουριά των απόντων
Στις κλειδώσεις του νου 

Στις γιορτές να πηγαίνεις
Έτσι σου είχα προτείνει
Πυγολαμπίδες να κλείνεις στα χέρια
Σταθερά να κρατάς το ποτήρι
Σταθερά ν' ανοίγεις του κάστρου τις θύρες
Στον πάτο της λίμνης
Έπεσε το δαχτυλίδι
Μην υποπτευτείς κανέναν
Χρυσωρυχείο η καρδιά
Φλεβίτσες θ' ανοίγει στο χώμα
Κι' αμύθητους θησαυρούς θα σε κερνά
Στα απόκρημνα φαράγγια
Σαν ακούσεις την ηχώ σου
Χάιδεψε των φωνηέντων τους παλμούς
Κι ανδρώσου
Στο λίκνο της γης που σου εδόθη
Με τις λαβές των δακτύλων
Καμάκωσε τη μυρτιά τον ασπάλαθο τη νεραγκούλα
Μεγάλα να γευθείς στις ρίζες ταξίδια

Στις φλόγες άφοβα να μπαίνεις
Έτσι σε συμβούλευα
Πυροβασίες μην κάνεις στ' αστέρια
Στη στάχτη των κεραυνών μην αφεθείς
Μακριά να σε πηγαίνουν τα βήματα
Ζωντανές να σου φέρνουν εικόνες
Κι άγριες μνήμες
Μια εστία ασβεστωμένη
Μια πυροστιά σκοτεινή
Ένα σύμφωνο καμένο στα άκρα
Το τρύπιο σιγκούνι
Της προγιαγιάς σου άλλωστε
Εσύ το κληρονόμησες
Μαζί με τα δυο λινά προσόψια
Βιγλάτορας να γίνεις της ψυχής
Από εκεί να εποπτεύεις το διαρκές
Ήφαιστος και γυμνή τραγωδός
Πλάι στο σβηστό καμίνι να δροσίζεις
Τους κόμπους των δακρύων σαν στεγνώνουν


Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

βλασταίνει η θάλασσα;

Αποτέλεσμα εικόνας για βλασταίνει η θάλασσα;

Ψιθυριστά μια νύχτα με ρώτησες
Βλασταίνει η θάλασσα;
Καρπίζουν οι βυθοί;
Θερίζονται τ' ακρογιάλια;
Ψιθυριστά όπως ξέμπλεκες τα δίχτυα
Μια απάντηση ζητούσες
Κι εγώ σαν βρέφος με ζεστό ακόμα το χνώτο
Έσκαψα στα βιβλία μου
Κατεβασιές χειμάρρων επικαλέστηκα
Αμπέλια κεχριμπαρένια επισκέφτηκα
Βρύα παιχνιδιάρικα ψηλάφισα
Και σε θαλάσσιους κήπους μυθικούς
Στων εσπερίδων τη γλυκύτητα αφέθηκα

(Λυτρωτική η απάντηση ήρθε
Από μια ισχνή σταγόνα
Που μές στην κρυψώνα των όρμων
Στοίβασε το βιος της
Γλυκιές να τη βρούνε μπουνάτσες
Της άμπωτης τα νεκρά κοχύλια
Σάρκα να την κουμπώσουν)

Βλασταίνει η θάλασσα
Σαν το χέρι της κόρης που κρατά το φιτίλι
Στην πόρτα των παθών αναμμένο
Καρπίζουν οι βυθοί
Χρυσά ανεβάζουν στάχυα το καταμεσήμερο
Ανεμώνες σεμνές κι ίριδες σκορπούν το δείλι
Και στης ανατολής την ιερή ώρα
Γονατισμένα τα όνειρα των ξενιστών
Απ' αυτήν σκύβουν και μαζεύουν
Παπαρούνες χλωρές και κι άγριες τουλίπες

Θερίζονται τ' ακρογιάλια
Όπως θερίζεται η κόμη της γοργόνας
Απ' το άγριο στιλέτο των κουρσάρων
Και μ' αμίλητα τα χείλη
Στην αδηφάγα λεπίδα της δίνης
Ικέτιδα προσφεύγει
Υπόσχεση να δώσει αναπνοής
Χρυσό καλέμι
Στο χέρι της μνήμης να εμπιστευτεί
Σκαλιστοί ν' αρμενίζουν οι θρύλοι
Στις στοές των απόντων για αιώνες πολλούς

Άγρυπνος αν μείνεις προσκυνητής
Θα δεις βοστρυχωτά μηνύματα
Τα κύματα να σου στέλνουν
Μελωδική αν γίνεις σειρήνα
Θα δεις ακυβέρνητα σκάφη
Να διανοίγουν στους βυθούς
Βαθιές αυλακιές για τη νέα σπορά
Βλασταίνει η θάλασσα
Απ' το αίμα των ναυαγών λιπαίνεται
Και στο σώμα του κόσμου εδράζεται σαν μυθική τροφός!

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

μιλούν τα χέρια;

Αποτέλεσμα εικόνας για μιλούν τα χέρια;

Έστρωσε το κρεβάτι της Κατευθύνθηκε στο μπάνιο Μαύροι κύκλοι
σκίαζαν τα μάτια της Το δέρμα χαρακωμένο από βαθιές ρυτίδες
Σμιχτά τα χείλη Κι ένα άτολμο δάκρυ στο κάτω βλέφαρο τρεμόπαιζε
αναίτια Άτολμο κι αναποφάσιστο Ανήμπορο να χωρέσει στον
κόσμο της λήθης ή της ανυπαρξίας Διαμάντι να γίνει στη χώρα της
χαράς!
Τα πρωινά δάκρυα είναι τα πιο αληθινά σκέφτηκε όπως και τα όνειρα
της αυγής την ώρα του ενυπνίου
Τόσο ζωντανά που θαρρείς πως με αίμα τροφοδοτούν τους αυλούς
της ψευδαίσθησης Και με κραυγές χθόνιες εφοδιάζουν τη λίθινη
φαρέτρα της μοναξιάς
Πολύ ζωντανά όνειρα!
Πραγματικότητες κοφτερές σαν λάμες ενθυμίων:
Ένα σώμα αγαπημένο Μια αύρα κυματιστή Μια συμφωνία ημιτελής
Μια παρουσία άυλη Ένας ιππότης με κομμένο πόδι και πλατύ χαμόγελο
Ένας κήπος χέρσος με κουτσουρεμένα δέντρα Ένας καρπός στα λαξευτά
βράχια της μνήμης Μια τελεία που εμποδίζει το όποιο νόημα Μια αγάπη
που στερήθηκε από παιδί!
Πολύ ζωντανά όνειρα!
Περιστροφές γύρω από έναν σταθερό άξονα
Χέρια πολλά χέρια άκαμπτα να επιζητούν ανυπόμονα φίλιες επιστροφές
Χέρια λευκά να κρατούν μαντήλια με σχέδια χαριτωμένα Σάμπως να
θελαν ν' αποδιώξουν έτσι το άδικο Να βρουν τρόπους  ν' αντιπαλέψουν
τις μεγάλες απώλειες
Μαντήλια που βούτηξαν την πίκρα τους στις ακονόπετρες για να λειανθεί
λίγο το σκληρό νύχι του ζέφυρου!
Χέρια πολλά χέρια και μαντήλια υγρά
Ακόμα τα κρατά στη ζεστασιά της τσέπης της Ακόμα τα χρειάζεται Να
σφουγγίξει τα μάτια Να σκουπίσει τα χέρια Κυρίως τα χέρια Τα δικά της
αλλά και τα ξένα Εκείνα τα αποσταμένα Εκείνα που ποτέ δεν συνάντησαν
τους δρόμους Χέρια που δεν αγαπήθηκαν πολύ Χέρια που μάτωσαν στο
ψύχος Χέρια που σιγά - σιγά ατρόφησαν μοναχά Χέρια που στις φλόγες
παραμορφώθηκαν για πάντα!
Η μαμά της είχε πάντα σημάδια στα χέρια Το χειμώνα συνήθως παίρναν
το χρώμα της αργίλου Σκάγανε κι αυτά όπως σκάει η άργιλος στην ανομβρία
"Με λαδάκι απ' το καντήλι να τα αλείφεις" την συμβούλευε η προγιαγιά μου
Έτσι ημερεύουν τα χέρια Έτσι απαλύνονται οι πληγές Έτσι επιστρέφει η
ομορφιά στο κορμί Είναι ρίζες τα χέρια Φυσικοί ταμιευτήρες!
Κι ήταν όμορφη η μαμά
Κι είχε πολλά χέρια η μαμά Όλα τα προλάβαινε Ένα όμως της ξέφευγε
μονίμως να κάνει Να τα αφήσει ελεύθερα Φτερούγες να γίνουν ζεστές
Να την αισθανθούν Να τα απλώσει γύρω απ' τον παιδικό της λαιμό
Στοργικά να την αγκαλιάσει Να της μιλήσει Να την προσέξει Χάδι
να γίνουν πριν την βραδινή προσευχή Σεπτά ευαγγέλια κάτω απ' το
μαξιλάρι Ανάλαφρα να την οδηγήσουν ως το λυκαυγές...
Χωρίς φόβους Χωρίς ψιθύρους Χωρίς αβίωτες στιγμές
Ίσως εκεί να οφείλονταν κι η συχνή παρουσία των ονείρων που για
χρόνια την ταλάνιζαν
Στα αμίλητα χέρια καθώς και στα μαντήλια που ποτέ δεν ποτίστηκαν
απ' της αγάπης τα μύρα
Το λουλάκι της μαμάς τελικά αποδείχτηκε πανίσχυρο όπως αλύγιστος
ήταν κι ο χαρακτήρας της!

(για όποια μάνα πατρίδα ή ιδεολογία)

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

το σκισμένο καλσόν

Αποτέλεσμα εικόνας για Εκείνο που θυμάμαι από σένα περισσότερο είναι το σκισμένο καλσόν σου

Βάδιζε πολύ ώρα Μισοάδειοι οι δρόμοι Που και που ζευγαράκια ερωτευμένα
Παράνομοι εραστές κι απ' τα στενά να βγαίνει η κάπνα των δακρυγόνων
Απόγευμα Τετάρτης στο κέντρο μιας πόλης που χρόνια την ανεχόταν
Κλειστά τα καταστήματα.Τα ρολά κατεβασμένα με γκράφιτι και συνθήματα
πάνω τους φωλιασμένα
Πρόσεξε ένα σύνθημα που της έκανε εντύπωση:
"Εκείνο που θυμάμαι από σένα περισσότερο είναι το σκισμένο σου καλσόν"
Αυτή τι θυμόταν;
Πόσες ξενιτιές την έδιωξαν;
Πόσα καπέλα σκορπίστηκαν στον άνεμο;
Πόσα αποτσίγαρα φύτεψε στο κενό;
Περπατούσε ασταμάτητα Άναψε τσιγάρο Παρότι η Άνοιξη ήταν στο έμπα της
έκανε ψύχρα ακόμα Ο κόσμος αναρωτιόταν ποσό θα αργούσε να ακουστεί
μέσα απ' τη γη το ξάφνιασμα της χλόης
Έβγαιναν από έναν βαρύ χειμώνα κι η Άνοιξη σαν παραμελημένη γυναίκα
γύρω στα πενήντα της δεν έλεγε να φτιασιδωθεί λίγο
Έβγαλε από την τσάντα το κραγιόν της κι έβαλε μια ιδέα απ' αυτό στα χείλη
Καλοφτιαγμένη γυναίκα που παρότι διένυε την τέταρτη δεκαετία της ζωής
της κρατούσε κάποια στοιχεία νεότητας ακόμα Μια κομψότητα Μια χάρη
Μια τσαχπινιά Μια επιτήδευση
Συνέχισε να περπατά χωρίς καμιά στάση χωρίς επίμονες σκιές και σκέψεις
Μόνο το σύνθημα σαν αυτοκινητάκι κουρδιστό κλωθογύριζε στο μυαλό της
"Εκείνο που θυμάμαι από σένα περισσότερο είναι το σκισμένο σου καλσόν"
Αυτή τι θυμόταν;
Πόσα μαντήλια είχε αποσπάσει απ' τη λήθη;
Πόσα άδεια βαγόνια την περίμεναν;
Πόσες κιτρινισμένες σελίδες έμεναν κενές;
Εκείνη με ένα φόρεμα πάνω απ' τα γόνατα είχε μια τέλεια κι άψογη εμφάνιση
Παπούτσια ψηλοτάκουνα ταιριαστά με την τσάντα της Καλσόν καλοφορεμένο
σταθερό Ούτε ένας πόντος δεν έλεγε να ξεφύγει Να αναπνεύσει το σώμα
Να ξεκινήσουν οι σπασμοί Να κινητοποιηθεί η καρδιά Να χαλαρώσει ο βρόγχος
Ούτε ένας πόντος να την συμπονέσει να την τσαλακώσει να δει ξανά τα χέρια
της γεμάτα Να δει τις αρτηρίες του κόσμου να συμπιέζονται και να ξεσπούν
Στάθηκε μπροστά σε μια βιτρίνα Ρουχάδικο ήταν Οι κούκλες γυμνές Τα λίγα
διακοσμητικά στο δάπεδο ξεφτισμένα απ' το φως του ήλιου
Οι κούκλες γυμνές και μόνες Δεν είχαν τι να φορέσουν Δεν είχαν που να πάνε
Αργούσε κι αυτή η Άνοιξη Ανυπόμονες την περίμεναν με κέρινα χαμόγελα
Λαχταρούσαν να βάλουν τα φλοράλ φορέματα Να ρίξουν τις κοτσίδες μπροστά
Να φορέσουν τα δαντελωτά  ως τον αγκώνα γάντια Να στρέψουν τα καπέλα
τους αριστερά Μήπως κι  αντέξουν τ' αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών
Να φορέσουν τις αέρινες εσάρπες με τις πέρλες Να μην ακούν τα δάκρυα των
νεκρών δρομέων στα πλακόστρωτα
Σκέφτηκε τ' αγάλματα στο μουσείο με τους βαριούς χιτώνες Σκέφτηκε τα άδεια
βλέμματα Σκέφτηκε τους πονεμένους καρπούς Εκείνο το τραχύ που η γη δεν
διαπραγματεύτηκε ποτέ
Εκεί θα πήγαινε στον κήπο του μουσείου στο καφέ που και σαν φοιτητριούλα
επισκεπτόταν
Έριξε μια τελευταία ματιά στη βιτρίνα και με μια σπασμωδική κίνηση - με τα
μακριά της νύχια - έσκισε ως κάτω το καλσόν
Στο Μουσείο την καλωσόρισε απορημένη η ματιά ενός ζητιάνου
Μήπως ήταν αυτός που είχε σκαρώσει το σύνθημα;
Πολύ πιθανόν Την μάγευαν πάντα τα βλέμματα που δεν κρατούσαν μυστικό
Όταν της σερβίρισαν τον καφέ είχε πια εμφανή τα σημάδια της ελευθερίας
στα πόδια
Στο γκαρσόνι μάλιστα που την λοξοκοίταζε χάρισε ένα μικρό χαρτάκι με τα
ψεύτικα της στοιχεία κάτι που συνήθιζε να κάνει από παλιά Κι ένα φιλοδώρημα
καθόλου ευκαταφρόνητο Τουναντίον
Έφυγε και ποτέ δεν ξανακοίταξε με περιπάθεια τις γυμνές κούκλες
"Εκείνο που θυμάμαι από σένα περισσότερο είναι το σκισμένο σου καλσόν"
Σιώπησαν τα ερωτηματικά Κοιμήθηκε η πόλη πάνω στα ιδρωμένα της σεντόνια
Στις γάμπες της επιτέλους έρεε ξανά αλκοολικός ο έρωτας!

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

πεινάω μαμά....

Αποτέλεσμα εικόνας για πεινάω μαμά....

Πεινάω μαμά
Εσύ μου δίνεις τα χάδια σου
Την αγκαλιά σου
Το παγωμένο φιλί σου
Αλλά πεινάω
Δεν μου αρκούν μόνο αυτά μαμά
Πεινάω
Κι αυτή η παγωνιά στο σπίτι μαμά
Κρυώνει τα δάκτυλα μου
Παγώνει τα χρώματα
Και πως να ζωγραφίσω τα χαμόγελα
Τους ήλιους και τ' αστέρια στο παράθυρό μου
Προχτές η κ. Ευταξία
Με κέρασε ένα μπισκότο βουτύρου
Πολύ νόστιμο
Έπειτα με πέρασε στο αρχοντικό της
Τι να σου λέω μαμά
Πίνακες ακριβοί στους τοίχους
Ασημικά στις βιτρίνες
Και κρύσταλλα μαμά πολλά κρύσταλλα
Στους πολυελαίους στα ράφια στα τραπέζια
Φαντάσου
Τόσο πολύ θαμπώθηκα
Που νόμισα πως και το ταβάνι
Κρυστάλλινο ήταν
Έφεγγε το σπίτι μαμά
Σαν όπως έφεγγαν τα μάτια σου
Πριν αρρωστήσεις

Η κ. Ευταξία που λες
Έχει κι έναν κήπο
Με πολλά δέντρα και λουλούδια
Και με συντριβάνι μαμά
Το φαντάζεσαι ένα συντριβάνι
Με πολλά χρυσόψαρα
Και βότσαλα γύρω - γύρω μαμά
Και κοχύλια και μάρμαρα
Γυαλιστερά μάρμαρα
Σαν τα κρύσταλλα της
Τόσο πολύ γυαλιστερά μοιάζαν
Πόσο θα 'θελα
Στην διχάλα της κιτρολεμονιάς
Πλάι στο συντριβάνι
Να δέσω μια κούνια
Να πηγαίνω ψηλά και να βλέπω τα χρυσόψαρα
Πως κολυμπούν
Να πηγαίνω χαμηλά και να βλέπω
Τα μάτια των πανσέδων
Πως γελάνε

Η κ. Ευταξία μου έδωσε
Κι ένα ζουμερό φρούτο μαμά
Μα τι λέω ένα ολόκληρο πιάτο
Με ζουμερά φρούτα
Ανανάδες κεράσια φράουλες και μάνγκο
Και μια πιατέλα μαμά
Με ζαχαρωτά φουντούκια και φιστίκια
Κι ύστερα χορτάτη όπως ήμουν
Από μια σκάλα εσωτερική
Μ' ανέβασε στη στέγη του περιστερώνα
Κι έστειλα πολλά μηνύματα μαμά
Σ' εσένα στην αδελφούλα στον Μιχάλη
Στον κόσμο που βουρτσίζει τ' άλογα
Στον κόσμο που μαζεύει τα δίχτυα
Στον κόσμο που βυθίζει τους κουβάδες
Στην παγωμένη λίμνη
Πολλά μηνύματα έστειλα
Στα παιδιά μαμά και στα λασπόνερα
Στους γκρίζους τοίχους και στις κλειδωνιές
Γιατί με ξύπνησες τόσο νωρίς μαμά;
Η κ. Ευταξία αλήθεια σου λέω
Προχτές με κέρασε ένα μπισκότο βουτύρου!

Συμμετέχει στο δρώμενο της φίλης Αλεξάνδρας

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

να γιατί σ' αγαπάω ακόμα....(20 + 2 λόγοι)

Αποτέλεσμα εικόνας για γιατί σ' αγαπάω ακόμα....

Σ' αγαπάω γιατί κάποιον Μάρτη
Πριν φύγεις απόσπασες απ΄την καρδιά μου
Ένα βαρύ συρματόσκοινο!

Σ' αγαπάω γιατί μ' αυτό το συρματόσκοινο έπλεξες
Σφεντόνες και μικρές τουλίπες
Που ακόμα κρατώ!

Σ' αγαπάω γιατί ξεχειμώνιασες
Στα γόνατά μου δουλεύοντας
Τα υφαντά της ποίησης με χέρια που κλαίγαν!

Σ' αγαπάω γιατί μ' αυτά τα υφαντά
Κοιμάμαι τις νύχτες χωρίς εφιάλτες
Κομίζοντας πετράδια στην αυγή!

Σ' αγαπάω γιατί μες στο μεσοχείμωνο
Μου χάρισες ένα δεμάτι στάχυα
Απ' τους τους σιτοβολώνες του ήλιου!

Σ' αγαπάω γιατί με αυτούς τους σπόρους
-Που το δεμάτι έκρυβε-
Ένα κόσμημα έφτιαξα ακριβό
Εκεί να ακουμπώ τις προσευχές μου!

Σ' αγαπάω γιατί καθώς άργησα
Ένα βράδυ με περίμενε κοχλαστή
Μια σούπα με υλικά του βουνού!

Σ' αγαπάω γιατί μ' αυτά τα υλικά
Ταΐζω αξημέρωτα τους σπουργίτες
Κι άπειρα σου στέλνω φιλήματα!

Σ' αγαπάω γιατί ήσουν σιδηρουργός
Κι έφτιαχνες φεγγάρια τρίαινες κι αγκίστρια
Κι ήταν σαν να μαστόρευες τις πύλες των νεκρών!

Σ' αγαπάω γιατί αυτά τα φεγγάρια
Αποβραδίς τα κλείνω στο πηγάδι
Νιούτσικα στον αιώνα να γερνούν!

Σ' αγαπάω γιατί έμπαινες στις καλαμιές
Να στεριώσεις τις φωλιές των σπίνων
Χωρίς τον παραμικρό θόρυβο!

Σ' αγαπάω γιατί όλοι οι κελαηδισμοί
Φέρνουν στο νου μου
Τα φτερωτά σου χέρια σαν μιλούσαν!

Σ' αγαπάω γιατί τα πιο πολλά απογεύματα
Του Γενάρη φύτευες ίριδες στον κήπο
Για να φωταγωγήσεις της σκοτεινιάς το κενό!

Σ' αγαπάω γιατί αυτές τις ίριδες
Αποξηραμένες τις κρατώ στο μαξιλάρι
Και μαζί τους συνομιλώ συνεπαρμένη!

Σ' αγαπάω γιατί μπάλωσες
Την τρύπια μπάλα του σκύλου μας
Με του ουράνιου τόξου τα νήματα!

Σ' αγαπάω γιατί αυτή η μπάλα
Είναι το σωσίβιο μου σαν ξανοίγομαι
Στης αγάπης τη μαύρη τρύπα!

Σ' αγαπάω γιατί καθώς τίναζες τα σεντόνια
Είδα μια ξεχασμένη Αφροδίτη
Να αναδύεται μέσα από τους παφλασμούς!

Σ' αγαπάω γιατί αυτά τα σεντόνια τ' απομεσήμερα
Γλάρων γίνονται κατοικίες κι αποστατούν!

Σ' αγαπάω γιατί καθώς ξεμάκραινε το καράβι
Είδα στην πλώρη του σκοτωμένο το όνομά σου!

Σ' αγαπάω γιατί αυτά τα καράβια
Αν και μακρινά μου τάζουν ταξίδια
Αγκυροβολημένα σκουριάζουν στην εταζέρα!

Σ' αγαπάω γιατί καθώς βάδιζες πάνω στα κύματα
Ανέβαιναν άυπνοι οι βυθοί να σε κουρσέψουν!

Σ' αγαπάω γιατί με τις ακμές των κυμάτων
Στις αρχαίες κολόνες συμμετρικές χαράζω πορείες!


Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ψήγματα σιωπής (χαϊκού)

Αποτέλεσμα εικόνας για Άνθος του λωτού

Άνθος του λωτού,
Ποια μπόρα σε πρόσταξε
Να την ξεπλύνεις

Ανέμου λόγια,
Στις λόγχες των δακρύων
Σε παρηγορούν

Θαμπά πως φέγγουν,
Της χαραυγής τ' αστέρια
Πριν ξεψυχήσουν

Μες στην ομίχλη,
Φόρεσα δακτυλίδια
Αχνοκίτρινα

Τουλίπες καπνού
Σ' οργωμένο χωράφι,
Τέλος σποράς

Καρπούς τσιμπάνε
Της πέτρας οι σπουργίτες
Γυμνός ο αγρός

Ξενομερίτης
Αέρας περιβάλλει
Άκαμπτο σκιάχτρο

Οι παπαρούνες
Στεφανώνουν τ' αμπέλι
Συρτός ο χορός

Μες στην ομίχλη
Γεμίζουν τα σώματα
Τσίγκινους ίσκιους

Μωβ η λεβάντα
Ετοιμάζει σφεντόνες
Πολιορκίας

Στον ορυζώνα
Ξεβράστηκαν τα φτερά
Της λιβελούλας

Μες στο σούρουπο
Με άλικα σανδάλια
Η γη περπατά

Καφετιά κουμπιά
Στου ήλιου το μαγνήτη:
Φθινοπώριασε

Μες στην πεζούλα
Του γεμάτου φεγγαριού
Κάθετες ρωγμές

Στέρφα εποχή
Κι ούτε ένα αηδόνι
Να σου μιλήσει

Μες το περβόλι
Άνθισαν απρόσμενα
Οι ροζ ελπίδες

Μαζεύεις το φως
Σε κίτρινα ραβδάκια
Μάγος να γίνεις

Χάλκινα δεσμά
Τ' απόγευμα φοράει
Ο γιος της νύχτας

Μικρό κοτσύφι
Σ' αθέριστο χωράφι
Υμνεί τη βροχή

Σαν ακροβάτης
Στα τόξα του ανέμου
Ο χρόνος γυρνά

Κοίτα πως λάμπει
Του πόντου ο ασβέστης
Μέσα στον ήλιο

Λυγερόκορμη
Κατέφθασε η βροχή
Στ' άγονο χώμα

Στο χιόνι πέφτει
Το άλικο λουλούδι
Των αθανάτων

Μάτια φλογίτσες
Στα παγωμένα πλήκτρα
Ερωτοτροπούν

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

οι τροχοί των πλειάδων

Αποτέλεσμα εικόνας για γεννάω - γέννα - γέννηση - γέννημα  ή Χριστούγεννα

Να ακροβολιστώ θέλω
Στις άγιες μορφές των σύννεφων
Εικονοστάσια να στήσω στις οπλές τους
Μικρές πάναγνες ώρες να μοιραστώ
Με τους αόρατους δαιδάλους της φυγής
Τις χάρες σου όλες να εξιστορώ μαγεμένη
Μόνη στο άρρητο ύψος του πάθους
Να απαντήσω το φως κι ερμηνεία να δώσω
Τις λέξεις έμπιστες θα έχω αδερφές
Ακούραστα εσένα να υπηρετούν
Θεραπαινίδες και αρωγοί στην πλημμυρίδα
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Γιορτινό να γεννήσω το πρώτο φιλί
Κέρασμα στους αθώρητους αγγέλους `
Που τρυφερά σε ασκούς διπλοκλειδώνουν τα όνειρα!

Πολύχρωμες ανεμώνες
Θα κρατώ στα χέρια
Περίσσια να γίνονται τα θαύματα
Στην τσέπη του Θεού
Σαν σποράκια να τα σκορπώ
Στα πουλιά που νωρίς ορφάνεψαν
Στης πίκρας το αρκτικό ψύχος
Μικρούς ηλίανθους θα φυτεύω
Στου ουρανού το πλατύσκαλο
Λαμπροί να γίνονται οι κύκλοι του χρόνου
Κι οι καμβάδες της σελήνης
Στίλβη να απαστράπτουν
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Ζωγραφιστό να αφήσω το χνάρι
Πυξίδα στους υπαίθριους δραπέτες
Που τα βράδια διπλές ανοίγουν σήραγγες
Ελεύθερα να κυκλοφορούν οι ποιμένες της πάχνης!

Στα απόγεια της χαράς
Αναπαμένη να τινάξω τις φτερούγες μου
Εκείνη η σκόνη της ψυχής
Να σκορπιστεί ευθύς στα δίστρατα
Όρθια μπροστά σου να σταθώ
Στεφανωμένη με κισσούς και κότινους
Να σε πλανέψω
Παραδομένη στα λάγνα όνειρα
Να σου δοθώ
Γιατί το προσκεφάλι μου όπως θα θυμάσαι
Μυρίζει λεβάντα κι άγρια μέντα
Γιατί τα όνειρα μου όπως συχνά μου έλεγες
Εγγίζουν τους τροχούς των πλειάδων
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Μαζί να σπάσουμε το γούρι
Μαζί να φυτέψουμε τη ροδιά
Στον ίσκιο της και στους καρπούς της
Μυστικά να μπαίνεις
Πολύσπορο τον έρωτα να γεύονται οι μύστες της φωτιάς!

Η εκτός ψηφοφορίας συμμετοχή μου στο "14ο Συμπόσιο Ποίησης" της
φίλης Αριστέας


Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

συνεύρεση

Αποτέλεσμα εικόνας για το δικό μου άστρο

Απόψε συνάντησα ένα αστέρι
Αλήθεια σας λέω
Ένα αστέρι
Από εκείνα
Που τα παιδιά
Στις ζωγραφιές τους
Καρφώνουν
Εννέα μήνες
Θα κυοφορώ το φως του
Αμυδρό φως γαλήνιο
Κι όταν η στιγμή θα 'ρθει
Στη μοναξιά των φύλλων
Έναν Θεό
Μ' αβρές πατούσες
Θα γεννήσω
Αστραποφόρο
Λευκά να γίνονται ξάφνου
Τα κράσπεδα των ηφαιστείων
Και διάτρητες οι θαλάσσιες στοές
Ολόφρεσκα να μου φέρνουν φιλιά

Απόψε ερωτεύτηκα ένα βότσαλο
Τον λόγο μου σας δίνω
Ένα βότσαλο ολοστρόγγυλο
Σαν εκείνα
Που πάνω τους οι χαράκτες
Μικρά αφήνουν σημάδια:
Μια λέξη μια μορφή
Μια ακτογραμμή ένα φτερό
Εννέα μήνες
Μαζί του θα μιλώ
Αναθηματικό να γίνει σημείο
Ένας βράχος
Ολόγιομος με πεταλίδες
Εκεί να γυρνάς
Σε κοχύλια
Να φυγαδεύεις τις ώρες
Πολλαπλά να σου δίνονται
Τα χρόνια στο μέτρημα
Και μες τα πέτρινα αλώνια
Μπόι να παίρνουν οι λογισμοί

Απόψε δόθηκα σε μια αστραπή
Σας διαβεβαιώ
Μια αστραπή ακτινωτή
Γεννημένη στο θέρος
Σαν εκείνες
Που στο παραθύρι
Της νύχτας
Χτυπούν του έρωτα την άρπα
Εννέα μήνες
Θα μου κεντά τα σωθικά
Κι απανωτά
Θα μου λέει λόγια:
"Γρήγορα να πας γρήγορα να 'ρθεις
Και κάτω από κάμαρα
Αν θα περάσεις μη σκύψεις
Πικραίνονται οι πέτρες
Και πάνω σου ξεσπούν
Σαν καταιγίδα"
Μα κι εγώ ολόρθο σε θέλω
Έναν σαλπιγκτή της χαράς
Στα ουράνια περβόλια
Ολημερίς να μεθάς
Κι ορθόστηθα να απλώνεις
Για σένα μόνο
Τα ιστία της γιορτής μεσοκάταρτα

Έλαβε μέρος στο επετειακό 14ο Συμπόσιο Ποίησης 
που για άλλη μια φορά διοργάνωσε επιτυχώς η φίλη
μας Αριστέα στη σελίδα της "Η ζωή είναι ωραία"


Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

οι παλμοί της γης

Αποτέλεσμα εικόνας για Απόβροχο

Μέθυσε η μνήμη σήμερα
Κι είδε να γέρνουν τα βουνά
Σαν στάχυα αθέριστα
Σκιερά δέντρα
Να ξεφυλλίζουν βιβλία αμαρτωλά
Χωρίς επωδούς λατρείας
Απότοκος η ιστορία
Ψέλλιζε άναρθρους λόγους
Απόβροχο ήταν
Ιούνιος μήνας
Κι εσύ χαμογελούσες
Στο κάδρο της ουτοπίας σαν παιδί 
Κραδαίνοντας δεμάτια αστραπών 
Στα σμιχτά σου χέρια
Συνάζοντας ουράνιες εκλάμψεις
Στα μελιά σου μάτια
Πόσο το φως ν' αντέξεις;
Ήσουν ο θεριστής κι ο ονειροπόλος πόντος

Σε φώναξα με την υπερβολή 
Της καταιγίδας
Σε σπλαχνίστηκα με το λογισμό
Της μάνας
Σε γύρεψα με την κραυγή
Του αλλότριου πόθου
Σε αποπλάνησα με τα φίλτρα
Του απόκοσμου θρήνου
Πονούσε η μνήμη
Σαν τομή βαθιά σε χάρτινο κύκλο
Σαν λαβή μολυβιού πάνω στον ασβέστη
Σαν ποδοβολητό αλόγων
Πάνω στο φαιό σώμα της πατρίδας
Πόσο την καρδιά να ξοδέψω;
Ήμουν η Αχερουσία οδός κι η τρεμάμενη φλόγα

Πλάτυνε ο κόσμος σήμερα
Σαν όπως πλαταίνει στην καρδιά το φιλί
Σαν όπως πλαταίνει στα σύνορα
Το ραβδί του οδοιπόρου
Μεγάλα στίφη κατέβηκαν στους κάμπους
Μην ήρθες στ' απόσκια
Των δοράτων κρυμμένος;
Μεγάλες προσδοκίες φυλάκισαν τη λησμονιά
Μη ξεχαστείς
Κλείνω το στόμιο του πηγαδιού
Σφραγίζω το μελανοδοχείο
Εκείνο το γράμμα που έγραψες
Κανείς μη συνεχίσει
Πόσο τα αμίλητα να περιμένουν;
Ήσουν ο κουρνιαχτός κι ο μυστικός μύθος
Ένα αμπέχονο ριγμένο στον ώμο του νοτιά
Μην και δακρύσει της αυγής ο κλώνος
Μην και σβηστούν στο έμπα του θέρους
Της γης οι παλμοί απατημένοι!

Πήρε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που
με αξιοσύνη διοργάνωσε η me Μαρία μας
http://mytripssonblog.blogspot.gr/2016/12/b-10.html

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

οι λαβές των αγγέλων

Αποτέλεσμα εικόνας για οι λαβές των αγγέλων

Τα πουλιά χτίζουν φωλιές
Στους θυσάνους της ακτής
Ξερά χορταράκια
Αρχαίες πέτρες σκαλιστές
Μικρά κοχύλια
Και το μυστρί του ήλιου
Τα επικουρούν βιαστικά
Ένα παιδί γράφει
Μιαν μυστική αλφάβητο
Στην άμμο με την γραφίδα
Του ανέμου
Κάποτε οι απόγονοί του
Ίσως εξερευνήσουν τις γραφές
Ίσως συντάξουν το μυθιστόρημα
Της επίπλαστης πλάνης

Από το δάσος έρχεται
Κατά ριπές το ποδοβολητό 
Μικρά πουλάρια χτυπιούνται
Με τις ελατόριζες
Τέμνει η χαίτη τους
Το βαθύρεμα σαν λεπίδα
Ελαφράδα
Τίναγμα του κορμιού
Κουρνιαχτός
Κι ένας ωραίος έφηβος
Να κρατά τα γκέμια
Σαν που κρατά η κόρη ολόχαρη
Το νυφιάτικο ρόδι μπρος στον άμβωνα

Στον ορίζοντα το αδράχτι
Των αστραπών
Φωτίζει τη νύχτα
Έρχεται νεροποντή
Χαμογελάει στριμωγμένο
Το καρβέλι στο ψάθινο πανέρι
Χαμογελάει το σκαθάρι
Στην κρύπτη του
Χαμογελάει η κόρη
Στα λάγνα όνειρα παραδομένη
Κάτω από το μαξιλάρι της
Το κέντημα με τους κύβους
Κι η υπερβολή της ονείρωξης

Πρωί - πρωί με τ' απόβροχο
Θα κρεμάσει το σεντόνι της
Στην κρεβατίνα
Είναι ωραίος ο κόσμος
Είναι αρυτίδωτη η λίμνη
Είναι μπόλικο το αλάτι
Στους αρμούς των βράχων
Μόνο εσύ χτυπάς μία - μία τις χάντρες
Και τρέχεις στο αμπέλι
Το κορφολόγημα
Να προλάβεις της μοίρας
Το πράσινο ν' ανάψεις
Φωτάκι της επαγρύπνησης
Σαν λαμπηδόνα
Που ζηλεύει το φώσφορο
Στων ερώτων τον κρυφό
Κώδικα να μυηθείς
Με του αρχάγγελου τη ρομφαία
Στην δεξιά σου πλευρά καρφωμένη!

Πήρε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που
με αξιοσύνη διοργάνωσε η me Μαρία μας
http://mytripssonblog.blogspot.gr/2016/12/b-10.html


Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

25 λέξεις # 10



 Κάποτε ξηλεύονται
        οι κορμοί
Κάποτε κι οι άνθρωποι
Χάνουν τις ρίζες τους,
 τα πατρογονικά τους
          κειμήλια...
Άγρυπνοι χαρτογράφοι
Λαθραία στοιβάζονται
   Στα κρύα σύνορα
    της αυταπάτης
    σαν μια ντάνα
  ξερά καυσόξυλα!  

   Στο αριθμητήριο
      των δέντρων
 μέτρησα τις πληγές
        Κι ήρθαν
  οι δροσοσταλίδες
το τραύμα να πλύνουν
    Τ' αλφαβητάρι
      της σιωπής
  να ξεκλειδώσουν
     Στα υψίπεδα
     των κορφών
     βασανιστικά
       τον πόνο
   να κουρσέψουν!

 Έσπασε η γραμμή
     των αιθέρων
     Σκοτείνιασε
  το μάτι τ' ουρανού
Έλα στους δακτυλίους
       των κορμών
          τη νέα
    να χαράξουμε
         πορεία
 Στην αγαστή αγάπη
       των κισσών
      να μυηθούμε!

Το πρώτο κατά σειρά πήρε μέρος στο δρώμενο
"25 λέξεις # 10" που επιτυχώς διοργάνωσε
 η φίλη Μαρία Νικολάου http://tokeimeno.blogspot.gr/2016/11/25-10_20.html
(μπορούν να "σταθούν" και σαν σύνολο)

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

μέθυσαν τα κρόταλα του φεγγαριού

Αποτέλεσμα εικόνας για μέθυσαν τα κρόταλα

Αγαπώ τους αιθέρες
Που σε κρύβουν
Αγαπώ τα πουλιά
Που στην ανάσα σου
Κουρνιάζουν
Συλλέγω μπαμπακένια σύννεφα
Και μαζί τους αντιδικώ
Γιατί όπως και να το πεις
Μετά από εσένα
Η ανάσα μου γέμισε καρφιά κι απολογίες
Κάποιες του Θεού κερματισμένες
Κάποιες δικές σου συμπαντικές
Επισημάνσεις αφήνω
Στους κλωβούς του αέρα
Αν αγαπάς τις φυλακές
Κι αν μετά με της αρμύρας
Τα δάκρυα τις γκρεμίζεις
Έλα μ' ένα κλαράκι ανθισμένης μηλιάς
Με τα θαύματα να σε συστήσω
Πόσο ακόμα να σε καλώ;

Μιλώ στα γλαροπούλια
Σηκώνω ανεμόσκαλες
Πικρές λέξεις εφευρίσκω
Τα βράδια κοιμάμαι με τα μικρά ελάφια
Στον κοιτώνα μου μπαίνει
Ο θόρυβος του δάσους
Ο χείμαρρος του απρόσμενου
Με εκπορθεί στην παλαίστρα των φόβων
Στους τοίχους μου
Εισέρχεται το τελευταίο
Κύμα του θέρους
Εκεί που της εύνοιας
Συνέγραψα το μήνυμα:
"Συντάξου με τα εφήμερα
Αν θες τις αποστάσεις των τροχών να μετρήσεις"
Πόσο λίγο σε ήξερα!

Βαριοί βηματισμοί
Δονούν τις ακτές μου
Κάποιο χαροπούλι
Ανασκολοπισμένο
Απαγγέλλει χρησμούς
Κλείνω τ' αφτιά
Μαζεύω το νήμα
Περνάω τα σύνορα
Ολιγωρώ
Στην άμμο στεριώνω το σπίτι μου
Στέρεο να το βρει η αυγή
Συνθλίβω δυο βότσαλα
Και με την τέφρα τη λευκή
Οραματίζομαι το αύριο
Κάτω από τις πλατιές σου φτερούγες
Εμβρυακή παίρνω μορφή
Στην κνήμη των ποιημάτων σου
Αναγεννιέμαι μέρα τη μέρα
Πόσο το θαύμα να περιμένω;

Τα ταξίδια μου έταζαν
Εύχυμους καρπούς
Λυκαυγή με αφράτο χιόνι
Και τρεμάμενα φύλλα
Είχες ποτέ προσέξει
Τους κρυστάλλους στις στέγες
Πόσο μ' αγαπούσαν;
Τότε που αμέριμνη μεθούσα
Με τα κρόταλα του φεγγαριού
Και πάνινα κουρελάκια
Χάριζα στους επαίτες για ενθύμια
Τότε που αντάμα τους
Αφρόντιστα ξεδιάλεγα συρματόσκοινα
Μαγικά να ντύνω τους χειμώνες σου
Στους επαίτες λοιπόν οφείλω
Το φυλακτό των ερώτων
Το ύστερό μου τρόπαιο
Στο στέρνο σου καλά να το κρατάς
Άφθαρτη διάστιξη
Ανθός του νερού
Στίγμα του διαβάτη
Ανάλαφρα στο φως μαζί του να πορεύεσαι
Πως να σ' απαρνηθώ!

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

μιας αστραπής (χαϊκού)

Αποτέλεσμα εικόνας για αστραπές

Άγγελοι τώρα
κατεβαίνουν με το πέσιμο
του αθώου χιονιού

DIMITAR STEFANOY


Πάνω στη λίμνη
Χλωμή ημισέληνος:
Η ψαρόβαρκα

Κιθαροποιός:
Του ξύλου περίτεχνα
Τα μάγια λύνει

Λαμπηδόνα μου,
Το φώσφορο σου 'φερα
Ν' αναμετρηθείς

Λάμψη αστραπής!
Κι ο ποιμένας έστριψε
Στερνό τσιγάρο

Ξάφνου κεραυνός!
Με πύρινες διχάλες
Μαγκώνει τη γη

Φλεβίτσες ψάχνω,
Στον χάρτη μία κοίτη
Να μην στερεύει

Ακούμπα να δεις!
Στη γη ζουν τ' αρώματα
Της πρώτης βροχής

Χάρτινα κρεμάς
Ραβασάκια στους κάκτους,
Μι' αγάπη να βρεις

Πέφτει ο κορμός,
Κι ο άνεμος ξηλεύει
Φωλιές θεϊκές

Σαν καρβουνάκια,
Στο σύθαμπο φέγγουνε
Τα δυο της μάτια

Μες στο χειμώνα,
Διάλεξες ανεμώνη
Υγρό το λίκνο

Χαρτοπόλεμου
Ουράνια σύρραξη!
Η ευχή πιάνει

Ξάφνου πελαργός,
Πρόβαλλε φτερίζοντας
Σε πέτρα στείρα

Ήρθε μπουρίνι!
Κι ευθύς τεμαχίστηκε
Στα δυο ο πεύκος

Παράπονό μου:
Ένα τσαμπί ουρανού
Ρίμες να τρυγώ

Σ' αφράτο χιόνι,
Τα κλειδιά ανέσυρα
Των αινιγμάτων

Σελίδες γυρνούν:
Κι ο άνεμος τυπώνει
Τα μυστικά του

Μπήκες στον κήπο,
Ν' αρδεύσεις με δάκρυα
Τα πικρά χόρτα

Σαν έρθει χιονιάς...
Στυφό θα 'ναι τ' άρωμα
Μες στον πευκώνα

Αλήτης καιρός 
Στα νέφη φυγάδευσε,
τραγιάσκα φτωχή 

Με μια κίνηση!
Βυθίστηκαν στη λίμνη
Φτερά και ράμφη

Σεπτά τ' αστέρι,
Χαράζει στο μάρμαρο 
Απλή συλλαβή

Δεν μου ξέφυγες:
Στο αίμα μου πέρασες 
Χάρτινε κύκνε 

Στ' αστροποβρόχι,
Προσκυνητής φοίνικας
Λαμπαδιάζεται 

Συμμετέχει στο δρώμενο της Μαρίας Νικολάου 
με θέμα : χαϊκού http://tokeimeno.blogspot.gr/2016/10/blog-post_23.html

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

μπερδεύτηκαν τα χρώματα στα μάτια σου

Αποτέλεσμα εικόνας για μπερδεύτηκαν τα χρώματα στα μάτια σου

Κυριακή ήταν τότε θυμάμαι
Μια ανούσια Κυριακή
Που απρόσκλητος ήρθες στο σπίτι
Ακούμπησες τη βρεγμένη ομπρέλα σου
Στο πάτωμα
Κι έσταξε φθινόπωρο στους ξύλινους αρμούς
Δεν ξέρω αν σ' αγαπούσα
Ή απλά χαιρόμουν αυτή καθαυτή
Τη συντροφιά σου
Στα χέρια σου μια πύρινη ανθοδέσμη
Ποτέ δεν μου χάρισαν λουλούδια
Ξεστόμισα έκπληκτη
Ένα κυκλάμινο άγριο
Μια θηλυκή ορχιδέα
Ή έστω ένα ανώνυμο αγριολούλουδο
Πώς διάβασες τη λαχτάρα μου
Πώς γονάτισες στα λευκά μου πανιά
Πώς ξεμπέρδεψες το νήμα της απώλειας;

Ήρθες για να μείνεις, είπες
Κι εγώ παρακολουθούσα
Το τρέμουλο των χειλιών σου
Διάβαζα ήρεμα
Τις αποχρώσεις στο βλέμμα σου
Γήινες ζεστές ενσωματωμένες με ίσκιους
Μια αποδόμηση κι ένας εκστασιασμός
Μια επιδρομή σε τοπία χαυνωτικά από τη λήθη
Νόμισα ξάφνου πως μπερδεύτηκαν
Όλα τα χρώματα στον πυρήνα της ζωής
Πως μια καταιγίδα πλησίασε 
Τα ουράνια βεγγαλικά για να τα σβήσει

Ήρθες καμωμένος από γυαλί
Με εστίες πολλές να με ζεστάνεις
Πως χρωμάτιζαν τα μάτια σου
Τον ερχομό του Οκτώβρη στα γκρίζα μου στόρια
Απέφυγα να κοιτάξω τις κνήμες σου
Τα βοστρυχωτά σου μαλλιά
Μόνο το βλέμμα σου μ' έκλεψε
Κι εκείνη η λάμψη που γιγάντωνε
Τα σβησμένα μου πάθη
Ήρθες για να ντύσεις τις εσοχές στο μαντήλι
Σε λεβάντες να κρύψεις
Το αρχαίο μου όνομα
Καιρός κακός μην το βρει κι ανοίκειος φόβος

Μπερδεύτηκαν τα χρώματα στα μάτια σου
Την ώρα που έσβηνε αργά ο αποσπερίτης
Στους γήλοφους της ομίχλης`
Κι έμεινα να ξεχωρίζω αχνά ουράνια τόξα
Στα φλύαρα ύψη των αιθέρων
Τα μικρά καταφύγια των νεκρών 
Να αναζητώ στων προσώπων τα αχανή βάθη
Πολλά τα πρόσωπα κι άπειρες οι στιγμές 
Που αισθαντικά έφερες μαζί σου
Σθεναρά θυμάμαι με προέτρεψες
Σμίλη να γίνω αργυρή
Κι εσύ ο μαρμάρινος τύμβος
Να χαράζω τους στίχους μου
Πύρινη να πάρουν μορφή
Σαν τα λουλούδια που η αγκαλιά σου
Απλόχερα κάποτε μου φανέρωσε

Πήρε  μέρος στο 13ο Συμπόσιο Ποίησης που ακούραστα
διεξάγει η αγαπημένη πριγκιπέσα μας Αριστέα
http://princess-airis.blogspot.gr/2016/10/
13o-Symposio-Poiisis-Oi-symmetohes.html

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

τ' ανέφελα τοπία των ματιών

Αποτέλεσμα εικόνας για φθινοπωρινό δάσος

Πάρε την ομπρέλα μαζί σου 
Φόρεσε κι εκείνα τα γυάλινα γοβάκια 
Να πάμε μια βόλτα στο δάσος 
Εκεί που έναν Οκτώβρη σε γνώρισα
Πόσα χρόνια από τότε πάνε δεν θυμάμαι...
Πως σου πάνε αυτά τα γοβάκια! 
Σαν πριγκίπισσα μοιάζεις 
Έλα μην ανησυχείς  
Δεν θα κουραστείς καθόλου 
Τα μονοπάτια γέμισαν αφράτες φυλλωσιές
Σαν πουλί να ελαφροπατάς  
Κι αν τύχει και σκοντάψεις 
Μικρό το κακό 
Μουσελίνες άπλωσε στο χώμα το φθινόπωρο 
Πορφυρές καστανές κι αχνοκίτρινες 

Κοντά σου θα σταθώ 
Να μας φωτογραφίσει το απομεσήμερο
Με τα μελαγχολικά του χρώματα 
Βάλε και στα μαλλιά σου μια κορδέλα θαλασσιά 
Οι μικρές ναϊάδες να πλανευτούν 
Να ' ρθουν το χέρι θερμά να μου σφίξουν 
Πανάκριβη να γίνεις αδερφή τους
Μελωδική τους να γίνεις κορνέτα 
Σε ποτάμια και σε τοπία βροχερά 
Υδάτινη μορφή να πάρει και διάκοσμο
Το νέο σου όνομα

Γιατί "Αγάπη" σε φωνάζω
Από τότε που απρόσμενα έφυγες
Κάποιοι μου είπαν πως μαργαριτάρι 
Έγινες σ' ένα όστρακο του βυθού
Μαργαριτάρι ολοσκότεινο
Σαν εκείνο που αμύθητη είχε αξία 
Κάποιοι άλλοι μου μήνυσαν 
Πως λευκός έγινες κύκνος 
Με μαχαίρια ψυχρά στη στερνή του κραυγή
Εγώ όμως εδώ θα σε κρατώ 
Σαν φλόγα ανέπαφη
Στο δάσος θα σε πηγαίνω
Στις πηγές θα σε δροσίζω  
Με αστραφτερά θα σε ντύνω μετάξια 
Στα όνειρα σου θα στέλνω κήρυκες 
Φεγγάρια ερωτικά να σου ξυπνούν 

Αγάπη θα σε ορίζουν κι οι ποιητές 
Στα κρυφά τους συναπαντήματα
Με τα πουλιά του ερέβους  
Αγάπη κι εγώ θα σε ζητώ
Χυμούς θα σε θρέφω
Φωτιά θα σε φροντίζω
Αίμα κοχλαστό να μπολιάζεις
Στα αποξηραμένα φύλλα του στήθους
Κι ολοφώτιστα καλοκαίρια στις θημωνιές
Γονατισμένα κι άεργα να κλαίνε τα φθινόπωρα
Στα ανέφελα σου μάτια για χρόνους πολλούς!

Το παραπάνω ποίημα είναι η εκτός συμμετοχής
έκφρασή μου στο "13ο Συμπόσιο Ποίησης" που
διεξάγεται από την αγαπημένη φίλη Αριστέα
Διαβάζουμε και ψηφίζουμε ως την Πέμπτη 20/10
http://princess-airis.blogspot.gr/2016/10/
13o-Symposio-Poiisis-Oi-symmetohes.html

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

25 λέξεις # 9



Κάτω από μια ψάθινη
         ομπρέλα
       θα κρύψω
     δυο βότσαλα
  και τρία κοχύλια
Να έρχονται οι γλάροι
       μηνύματα
   να ακουμπούν
και θερινά λουλούδια:
      Αναθήματα
  στου φθινοπώρου
       το ψυχρό
     θυσιαστήριο

Κίτρινοι οι δρόμοι
  της θάλασσας
 παγερή η άμμος
Μόνο μια ψάθινη
     ομπρέλα
       κρατά
 επτασφράγιστα
 στους κόρφους
         της
   τα μυστικά
    αρώματα
του απερχόμενου
  καλοκαιριού

        Έσκαψα
      στην άμμο
δυο ευχές να κρύψω
      Να έρθει
    η παλίρροια
μαζί της να τις πάρει
     Των βυθών
     τα παλάτια
  να στολιστούν
Γιρλάντες να γίνουν
       τα λόγια
    των ποιητών

  Κατοίκησες την ερημιά
Με ένα σπασμένο κοχύλι
           στ' αφτί
Ποιος σου είπε πως η θάλασσα
          ζητά κλειδιά
Μια μεγάλη καρδιά έχει μόνο
         Να υποδέχεται
  στα γαλάζια της δώματα
  τους ναυαγούς της ζωής

Το πρώτο ολιγόλεκτο πήρε μέρος στο δρώμενο "25 λέξεις"
//tokeimeno.blogspot.gr/2016/09/25-9_17.html
που επιτυχώς διοργάνωσε η φίλη Μαρία Νικολάου τα
υπόλοιπα ακολούθησαν καθότι η πηγή έμπνευσης ήταν
πολύ δυνατή!!
  

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

όνειρο

Αποτέλεσμα εικόνας για Τι όνειρο να 'βλεπες όταν έφυγες

Τι όνειρο να 'βλεπες όταν έφυγες
Να ήταν μήπως ένα πολύχρωμο
Βέλος παιδικό που διαδοχικά ξαστοχεί
Ή μήπως μια φωνή απόκοσμη
Τη μοναξιά σου βάραινε εφιαλτικά
Δεν σε άκουσα δεν με φώναξες
Κι άτιτλη φάνταζε η γραμμή στο καλέμι
Δεν πρόφτασες
Μια στιγμιαία τροχιά να διαγράψεις
Στα νερά της Στυγός
Κι ατελέσφορο έμεινε το αίνιγμα στο χαρτί

Σε ποια να μιλούσες ηλιοτρόπια
Κι έγινε η μορφή σου σαν λουλούδι ανοιχτό
Δροσοσταλίδες να στάζει
Μύρα ν' ανεβάζει στους στήμονες
Κι εκείνα τα χρώματα που ντύνουν
Τα παιδικά όνειρα μ' αθανασία
Να σκορπίζει σε διάσελα και σ' ουράνιους κήπους
Χάρη να γεμίζουν τα δόρατα των μετεωριτών
Πληγές μην αφήσουν ανοιχτές
Στις κρυφές στρώσεις της πέτρας

Μην ήσουν καραβοκύρης στο όνειρο
Και ξέχασες τους χάρτες να ρωτήσεις
Τ' ανεμολόγια να συμβουλευτείς;
Μην ήσουν μια σφαίρα ιδρωμένη
Που μαζί με τ' αγριοπούλια πετάριζε
Στ' απόκρημνα θαλασσόβραχα;
Δίχως άλλο ένα έντρομο έντομο θα ήσουν
Ένας σκαραβαίος ένα ασημόψαρο ένα τριζόνι
Αντίστροφα να μετράς τα δευτερόλεπτα
Λατρευτικά να σκιρτάς
Στα βύθη του έρωτα
Λίγη ζωή
Και το μέγιστο πάθος ν' αδράχνεις για μένα

Όπως και να 'χει
Κλειδώθηκε ο κόσμος όλος
Στα λεπτά σου ματοτσίνορα
Την ώρα που ο αυγερινός
Καλούσε τον ήλιο στο πόστο του
Κλειδώθηκε το αίμα σου
Σαν επτασφράγιστο μυστικό
Στα βιβλία των προφητών και των φονιάδων
Κι οι πόρτες δεν ανοίγουν
Η κάποιος φεγγίτης έστω δεν απαντά
Ν' ακουμπήσω μια αχτίδα ημισελήνου
Αρματωμένος στο σύμπαν
Να βασιλεύεις
Με οφθαλμούς πολλούς
Τα μάτια μου να κοιτάς
Άδεια μην γίνουν δισκοπότηρα
Αμαρτωλά
Στων υαλουργών
Τα φτωχικά εργαστήρια ξεχασμένα


Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Οι ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο φίλος ποιητής Στρατής Παρέλης και θερμά τον ευχαριστώ!

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

οι άγγελοι έγιναν πουλιά



Πήρα είδηση απόψε τους αγγέλους
Να το σκάνε απ' τον ουρανό
Ανάστατα τα αστέρια μάτιζαν
Τα πλευρά τους με χρυσές βελόνες
Να μην χαθούν για πάντα
Οι ευχές
Των ποιητών και των δρομέων
Κατά τάγματα έφευγαν
Αφήνοντας μια λευκή στήλη σκόνης
Και καπνού πίσω τους
Φουγάρα κάλυψαν πέρα ως πέρα
Τα ουράνια τοπία
Διάφανοι κίονες φύτρωσαν
Υπερωκεάνια έπλεαν στα σύννεφα
Με σβηστές τις μηχανές τους
Με σπασμένα τ' άρμενα και φτενά τα ιστία
Σε ποιο υπερατλαντικό ταξίδι θα με πας να περπατήσω;

Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου
Σιγομουρμούριζαν
Την πειρατική του κοτσίδα χάιδευε ο άνεμος
Κι ήταν σαν να τους μοίραζε ρόλους
Στις γήινες γειτονιές αποδεκατίστηκαν
Τα πουλιά τους διαμηνούσε
Η φύση σίγησε
Τα βουνά ορφάνεψαν
Κι οι κοίτες πνίγηκαν στους λυγμούς
Μόνο βατράχια οχιές να συρίζουν
Και πάνοπλους σκορπιούς συναντάς
Μια μαύρη σφαίρα κατρακυλά κολασμένα
Συμπαρασύροντας φτέρες και σκίνα
Ελιές και πευκώνες
Ιβίσκους και ματωμένους ασπάλαθους
Αφαλατώθηκε το νερό των θαλασσών
Κι οι μοίρες στα λίκνα χαιρέκακα
Μοιράζουν μαύρες τουλίπες στις μωρομάνες
Σε ποιον μακρινό αστερισμό στήσανε φωλιές τ' αηδόνια;

Έλυσαν τα μαλλιά τους
Φώτισαν τους καθρέφτες μ' όνειρα
Έκαμψαν τους σπονδύλους στην πλευρά της Ανατολής
Κι έφυγαν χαρακώνοντας το ύψος τους στα μελτέμια
Πουλιά έγιναν οι άγγελοι
Σε κήπους γυμνούς μπήκαν
Σε λιβάδια αποψιλωμένα τράβηξαν
Σε νεκρές θάλασσες ανάσες ζωής χάρισαν
Πουλιά ωδικά εξωτικά και παραδείσια
Και τ' άλλα τα πιο ταπεινά και τα πιο έμπιστα
Σιμά μας ήρθαν
Σπουργίτες χαμοπούλια και γλάροι αμέριμνοι
Κύκλωσαν το τοπίο με ομόκεντρα φιλιά
Στήσανε χορό σε γάργαρες νεροσυρμές
Οι πέρδικες του διάστικτου δάσους
Κι ο περήφανος σταυραετός φτεράκισε στ' αμπέλι
Σπόρο να βρει λινάρι κι αλέτρι
Σε ποιο γήινο σπήλαιο θα ακουμπήσουμε τα υφαντά μας;

Ζωντάνεψε η πλάση
Ο ήλιος μάζεψε θησαυρούς απ' τους σπόρους
Θέριεψαν τα γεννήματα
Φύτρωσε και πάλι η αφροξυλιά
Το κρίταμο η πικραλίθρα και τ' ασφοδέλια
Οι ωκεανοί περήφανοι έστελναν σινιάλα
Στα ερημικά βραχονήσια
Οι κόρες του ωκεανού θήλαζαν τα μωρά τους
Σαν πρώτα με γάλα και μέλι
Αφήνιαζαν τα άλογα κι ο κόσμος έκλωθε
Λευκές κι άλικες κορδέλες στα στήθη
Αιθέρια έγιναν πουλιά οι άγγελοι διαβατικά
Κι η γη σαν ακούραστη ελαφίνα
Προετοιμάστηκε ηδονικά
Να πλουμίσει με στίχους ερωτικούς
Τα αίθρια των ανέμων
Σκάλες να φτιάξει να υψωθούν ως τα ύφαλα
Ο πρωτεϊκός λόγος των κυμάτων
Και των νεοσσών ο αναίτιος κλαυθμός
Σε ποιο αρμυρίκι να κρεμάσω τα μυστικά μας πεντάγραμμα;

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

τα δοξάρια της σελήνης

Αποτέλεσμα εικόνας για πανσέληνος

Στον σκληρό υμένα των άστρων
Εισέβαλε απόψε
Η φτερωτή της σελήνης
Και τα διακόρευσε
Έσβησε η πούλια
Κι η ζώνη του Ωρίωνα
Κρέμασε διάφανες πουκαμίσες στα βρεχάμενα
Άπλοια καράβια αφανισμένα
Οι λευκοί αστερισμοί
Σιωπηλά κρουστά του αχανούς
Οι μάγοι που αγγελοκρούονται
Έχει πανσέληνο απόψε
Και λάμπουν του ουρανού οι λιμένες κατάφωτοι
Μεθυσμένοι από τα μύρτα σου

Αδάμαντες θα σου φέρω
Να κόβεις τα σκοινιά των πειρατών
Αρχοντικά να πλέξεις σκαλί - σκαλί
Την ανεμόσκαλα της αντάμωσης
Εδώ θα είμαι
Στη σκιά των ναών και των αγαλμάτων
Με μια δάδα αναμμένη στο χέρι
Τη ψυχή σου να καλώ
Δρόμους να διανοίγω
Ανάμεσα στα καλόγνωμα δέντρα
Και στις ζεστές φυλλωσιές

Άκου τον ήχο των κυμάτων
Άκου τη σκαπάνη της νύχτας
Άκου τους τροχούς της σελήνης
Εσένα καλούν
Εσένα ελευθερώνουν
Μην αρνηθείς
Παραμύθια με νάνους και δράκους
Να πεις στο κοιμισμένο παιδάκι της πρώρας
Εκεί που αχειροποίητο θα ζει τ' όνομά σου
Ταξίδια να με πηγαίνει στο άχρονο

Μην μαρτυρήσεις το δρόμο
Στην κόρη της σελήνης
Και σ' ακολουθήσει
Χαλικάκια μην αποθέσεις στις πύλες
Και πλέγματα γίνουν αγκαθωτά
Μόνο εγώ να σε ξέρω
Μόνο εγώ να σ' αγαπώ
Βαθιά στο αίμα μου να σε φυλάω
Δική μου ανάσα και πληγή
Σαν πλατυτέρα των πόντων
Ψέματα να σου λέω
Φιλιά να σου κρατώ
Πλάι στη πανσέληνο να χορεύεις
Πλάι στη φωτιά να ξεχνιέσαι
Με ένα τίναγμα του χεριού σου
Τα ουράνια δοξάρια να στρέφεις στην αγκαλιά μου

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

σκαλοπάτια τιμής

Αποτέλεσμα εικόνας για τσιγγανόπουλα

Ο μικρός ο Χρήστος -τσιγγανόπουλο-
Έφερνε όλα τα μπακιρένια κέρματα στο μαγάζι
Ήταν η κυριακάτικη σοδειά του
Προτεταμένο το χέρι στα σκαλιά της εκκλησίας
Με την κρούση της πρώτης καμπάνας
Κατέφθανε κι η προσδοκία
Μεγάλες οι αγαθοεργίες των καλών χριστιανών
Λίγα μπακιρένια κέρματα μια μισή ματιά
Ένα στημένο χαμόγελο ένα σούρσιμο στο φόρεμα

Αετονύχης ο Χρήστος επέμενε
Διεκδικούσε λίγον άρτο αγιασμένο
Λίγο στάρι μ' ασημένια κουφετάκια
Αχ και να'χε λίγο ασήμι ατόφιο ένα εικοσαρικάκι
Βαρέθηκε τις άδειες φούχτες
Την όψη του λεμονιού στα πρόσωπα
Τα ακάνθινα νύχια των κυριών
Μα εκείνο που πιο πολύ τον χάλαγε
Ήταν η καντυλανάφτισσα που κερί
Με μπακιρένιο κέρμα δεν του έδινε ν' ανάψει
Κι ήταν σαν να λιώνει το λίπος όλης της γης
Πάνω στα αδύναμά του χέρια και να ταγκίζει
Καμένο λίπος σκουρόχρωμο σαν αγιογραφία βυζαντινή
Σκαμμένα μάγουλα σφιχτοί σιαγόνες
Δασιά φρύδια με την όψη της Φρίντας

Την ήξερε την Φρίντα
Με τα εκκεντρικά δάκτυλα;
Αποκλείεται
Σειρές τα κοσμήματα
Σειρές οι κατεστραμμένες αρθρώσεις
Αυτός απόστολος μιας άλλης αποστολής:
Το αχνογέλιο της μητέρας
Η μικρή αγαπητικιά με τους δέκα πόντους
Να εξέχουν στα παπούτσια των αγαθοεργιών
Το αχνιστό ψωμί τα σνακ κι οι ροζ καραμέλες

Μετά τη λειτουργία στο σχόλασμα
Πέρναγε απ΄το μαγαζί
Μετρούσε τα λάφυρα
Σαν να μετρούσε τα κουμπιά
Στο νυφικό φουστάνι της αγαπημένης
Μάζευε καλούδια για να'ναι αυτή ευτυχισμένη
Τις έδινε υποσχέσεις
Ένα καθαρό σπιτικό μια βρύση να στάζει ασημένια κουφετάκια
Κι ένα πίθηκο να στραγγίζει την αθλιότητα της λάσπης

Μια μέρα θα σε πάω στα Παρίσια κι όπου αλλού θες
Της έταζε
Στις πόλεις με το νέον και τους πλωτούς ποταμούς
Στους πύργους που γέρνουν και στα χρυσά καμπαναριά
Στο πουγκί τα μπακιρένια κέρματα
Ασημένια θα γίνουν κουφετάκια ατόφια
Αρκεί να πιάσουν τα μάγια του Αυγούστου
Αρκεί να δέσει το νήμα στον ομφαλό της ζωής
Και το χρέος κάποτε επιτελέσουν οι γραφές

Δεν νομίζεις πως τα φίδια μοιάζουν με μαστίγια;


Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

όπως κάθε απόγευμα


Κατάβρεξε το πάτωμα
Και βγήκε να πιει το τσάι της 
Στο μπαλκόνι 
Εκεί που στοίβαζε τις αναμνήσεις 
Μια πέτρα από την Πίνδο
Ένα βότσαλο από την Αλόννησο
Ένα αποξηραμένο νεραντζάνθι από την πατρίδα 
Μια βροχερή ημέρα στο ελατόδασος
Τότε που έσπασε η ομπρέλα της 
Και λιλά γέμισαν τα λακκώματα υφάσματα!

Έπινε το τσάι της 
Τι συνήθεια κι αυτή 
Να γλυκαίνει τον πόνο 
Με ατροφικές στιγμές;
Πάντα το προτιμούσε με γεύση βατόμουρου και μύρτιλου
Στις εξοχές κάποτε έφτιαξε 
Μιαν υπέροχη μαρμελάδα άγριου βατόμουρου
Συνήθειες υπεκφυγές σπαράγματα της ψυχής
Εγκιβωτισμένη στα τείχη 
Του σκιώδους πανικού 
Της γλυκιάς απόλαυσης 
Της αναίτιας επιστροφής

Κάθε απόγευμα γύρω στις έξι
Χωρίς αντίτιμο
Ανέβαινε μια νοητή σκάλα 
Τι καλά να αποσώνεις τις δουλειές
Και να επιχειρείς μιαν τέτοιαν ανάβαση
Απεκδύεσαι όλες τις απάτες του μυαλού
Στρέφοντας τον τροχό
Μιας χειράμαξας ονειρικής 

Εκεί στο μπαλκόνι 
Να χαριεντίζεται ο βασιλικός 
Με τον άνεμο 
Κι εσύ να βουλιάζεις τα δάκτυλα στο χώμα 
Σαν να περιμένεις τη διάνοιξη του σπόρου
Ή απλά σαν να θέλεις να μετρήσεις 
Στο ημερολόγιο της γης 
Με πόσες κοφτές ανάσες θα φτιάχνεις 
Τα αφεψήματά σου από εδώ και πέρα 
Στο μπαλκόνι που ο βοριάς 
Θα διεκδικεί καθημερινά από εσένα το ελάχιστο!

Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Οι ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο φίλος ποιητής Στρατής Παρέλης